Feeds:
Posts
Comments

Posts Tagged ‘Εκπόρνευση’

Κακά τα ψέματα, η αιδώς είναι το κριτήριο ουσίας με το οποίο οφείλει να προσεγγίζει ένας ενήλικας τον εαυτό του ως άτομο και ως μέλος της κοινωνίας.  Η αιδώς είναι η βασική προϋπόθεση ατομικής ελευθερίας και ευτυχίας.

Ακμάζουν οι κοινωνίες στις οποίες, κατ’ αρχήν, οι πολιτικοί ντρέπονται όχι μόνο να καταστρατηγήσουν τους θεσμούς, αλλά ακόμα και να καταπατήσουν το λόγο τους.  Ακμάζουν, επίσης, οι κοινωνίες στις οποίες εκείνοι που αναδεικνύουν τις πνευματικές αξίες και ελέγχουν τη λειτουργία των θεσμών (καλλιτέχνες, κριτικοί, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι) δε βγάζουν, καθημερινά, στο σφυρί την ακεραιότητά τους και την ελευθερία του λόγου, για να αυξήσουν τις καταθέσεις τους ή να κερδίσουν μια βουλευτική έδρα.

Το άμεσο αποτέλεσμα της έλλειψης αιδούς σε μια κοινωνία είναι ο μετασχηματισμός της σε «δημοκρατία της εκπόρνευσης.»  Σε μια τέτοια «δημοκρατία,» μόνο τα επαγγέλματα του λαθρεμπόρου, του νταβατζή και της πόρνης προσφέρουν την καταξίωση.  Όποιος δε θέλει ή απλώς δεν μπορεί να γίνει απατεώνας ή, έστω, πονηρός είναι καταδικασμένος να μείνει στο περιθώριο.

Σε μια τέτοια κοινωνία ζούμε σήμερa, σε τέτοια κοινωνία θα ζήσουμε και αύριο και μεθαύριο, όλο και περισσότερο ανικανοποίητοι και ανασφαλείς, περιμένοντας, πάντα βέβαια, τη λύση στα δεινά μας από κάπου αλλού, από κάποιον άλλον.

Αυτό το «κάπου αλλού» όμως πού είναι;  Και πώς ονομάζεται ο «κάποιος άλλος» που θα μας πει τι πρέπει να κάνουμε για να ξαναγίνουμε άνθρωποι;

Στο πρώτο σκέλος της, η ερώτηση είναι ασφαλώς ρητορική: η πηγή τη λύτρωσής μας, το «κάπου αλλού,» δηλαδή, είναι ασυζητητί η ιδιωτική τηλεόραση.

Τον τίτλο του «κάποιου άλλου» όμως, τον διεκδικούν jester3πολλοί.  Για να καταλήξουμε στον νικητή, αποταθήκαμε (ως οφείλαμε) στην AGB.

Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο.  Οι αλάθητες (με την παπική έννοια) μετρήσεις βλακείας που κάνει η συγκεκριμένη εταιρεία ανέδειξαν, ως ναυαρχίδα του νεοελληνικού πολιτισμού τον τηλεοπτικό γελωτοποιό Λάκη Λαζόπουλο.

Read Full Post »

Στην περίπτωση του μπουλουκιού του συζύγου της Νατάσας, ο όρος δεξιά κυβέρνηση είναι από οξύμωρος μέχρι ιλαροτραγικός.  Τόσο οξύμωρος και τόσο ιλαροτραγικός όσο και το θρυλικό πια διαφημιστικό τρικ του «μεσαίου χώρου.»

Η εταιρία σκανδάλων της οποίας προεδρεύει, αυτή τη στιγμή, ο σύζυγος της Νατάσας δραστηριοποιείται με τρεις συνιστώσες: τους ευνοούμενους πρώην ΟΝΝΕΔίτες και ένα δημοσιογραφίσκο, τους μη ευνοούμενος και γι’ αυτό «σεμνούς και ταπεινούς» πρώην ΟΝΝΕΔίτες και την κόρη του Μητσοτάκη που είναι και η καλύτερη μίμος του.  Λόγω διάφορων εγκεφαλικών δυσλειτουργιών, και οι τρεις είναι εξίσου επιζήμιοι για μια κοινωνία που χορεύει τσιφτετέλι στο χείλος του γκρεμού.

Το πρώτο από τα δύο κοινά στοιχείο τους: και οι μεν και οι δε είναι φαταούληδες και ο καβγάς τους για την κουτάλα γίνεται.  Το δεύτερο: διαμορφώθηκαν και εκπαιδεύτηκαν πολιτικά ζώντας στη σκιά του ΠΑΣΟΚ.

Με όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις και τα γράμματα που έμαθε το κόμμα του συζύγου της Νατάσας είναι τα γράμματα του αλφάβητου του παπανδρεϊκού και του σημιτικού ΠΑΣΟΚ.  Γι’ αυτό δεν υπάρχει κάτι που κάνει ένας «υπουργός» της ΝΔ που δεν το έκανε ή δε θα το έκανε και ένας «υπουργός» του ΠΑΣΟΚ και τούμπαλιν.

Και επειδή ο Γιάννης και ο Γιαννάκης θα εναλλάσσονται στην εξουσία – μάλλον ανά οχταετία για να μην κλάψει και κανείς – είναι παραπάνω από παράλογο να προσδοκά κάποιος οποιαδήποτε βελτίωση της ζωής του.  Η βελτίωση της ζωής του Έλληνα πολίτη δε βρίσκεται στην πραγματική ατζέντα κανενός από τα ελληνικά κόμματα.  Είναι βέβαια το λάιτμοτίφ της καθημερινής ρητορικής και των εξαγγελιών του συνόλου των στελεχών τους.

Ελλείψει αιδούς, τέτοιες εξαγγελίες, για τους ίδιους τους εξαγγέλοντες, δεν αποτελούν, βέβαια, καμιά απολύτως δέσμευση.  Ελλείψει αιδούς, είναι κούφια λόγια με τα οποία, απολύτως ενσυνείδητα, γεμίζουν τα κούφια δελτία ειδήσεων.

Read Full Post »

Οι επιπτώσεις του λαϊκισμού του Παπανδρέου φάνηκαν είκοσι περίπου χρόνια  αργότερα, στον τρόπο με τον οποίο άσκησε την εξουσία ο διάδοχός του.  Η παπανδρεϊκή “αλλαγή” μοίρασε καλοπέραση με δανεικά λεφτά.  Ο σημητικός “εκσυγχρονισμός” μοίρασε όνειρα γρήγορου πλουτισμού με μετοχές φούσκες και δάνεια θηλιές.  Ήταν οι δύο όψεις του ίδιου (υποτιμημένου) νομίσματος.

Ο φίλαρχος καθηγητάκος δεν εφήυρε βέβαια τη διπαλοκή.  Απλώς τη βοήθησε να πάρει διαστάσεις πρωτόγνωρες ακόμα και για τα (περίφημα) ελληνικά δεδομένα.  Η άνοδός του στην εξουσία δε συνέπεσε απλώς με την έξαρση της επιρροής των ιδιωτικών ΜΜΕ.  Την προκάλεσε καθώς δεν έβλεπε με ποιο άλλο τρόπο θα μπορούσε να παραμείνει στην εξουσία.

Η παροιμιώδης επικοινωνιακή ανεπάρκειά του (αντικείμενο χλευασμού ακόμα και από μια κυράτσα αποδεδειγμένα χαμηλού πνευματικού επιπέδου) τον οδήγησε στο να αναζητήσει αρωγούς ανάμεσα στους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών ΜΜΕ, τους μεγαλοεγολάβους διαπλεκόμενους μέχρι το λαιμό με το ελληνικό δημόσιο.  Το αντάλλαγμα για τη στήριξη που του παρείχαν ήταν η εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, όπως η προστασία από οποιονδήποτε ανταγωνισμό για την ανάληψη δημόσιων έργων ή η μη επιβολή ξεκάθαρου νομικού πλαισίου για τη  λειτουργία των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών τους, το τέλειο εργαλείο για εκβιασμό.

Ο καθηγητάκος δεν είχε, φυσικά, καμιά αντίρρηση να τους εξυπηρετήσει, αρκεί να διατυμπάνιζαν τα “ευεργετήματα” του κούφιου εκσυγχρονισμού του, εξασφαλίζοντάς του, έτσι, την επανεκλογή στο πολυπόθητο αξίωμα.

Η διακυβέρνησή του εστίασε στην οικονομία μόνο κατ’ επίφαση.  Η οικονομική πολιτική της έπρεπε να είναι καταστροφική διότι ήταν το όχημα με το οποίο θα επιτύγχανε τον πραγματικό στόχο της.  Το έργο που ανέλαβε να φέρει εις πέρας ο Κώστας Σημίτης ήταν η ολοκλήρωση της διάβρωσης του κονωνικού ιστού.

Και τα κατάφερε παραπάνω από περίφημα.  Μέσα σε οχτώ χρόνια εξαφάνισε οριστικά ένα ολόκληρο κοινωνικό στρώμα – το μεσαίο.  Έτσι, ο εικοστός πρώτος αιώνας βρήκε την Ελλάδα με δύο κοινωνικούς πόλους: την αγκομαχούσα Γενιά των 700 ευρώ και την προκλητική πλουτοκρατία των απατεώνων, λαθρεμπόρων και προαγωγών.

Read Full Post »

Στην εποχή που το μοναδικό κριτήριο της ατομικής ελευθερίας είναι το ότι δε βρίσκεται κανείς στη φυλακή, το μοναδικό κριτήριο της ευφυΐας ο βαθμός ανάπτυξης του ενστίκτου επιβίωσης και το μοναδικό  κριτήριο της κοινωνικής προσφοράς ο αριθμός εμφανίσεων σε τηλεοπτικά παράθυρα – στην εποχή που η φαυλότητα είναι το μοναδικό κριτήριο της ευτυχίας, οι ασήμαντοι δεν μπορεί παρά να είναι οι μοναδικοί δημιουργοί των κριτηρίων ουσίας στην πολιτική, στην τέχνη, στην  πνευματική ζωή.

Άπαξ και αναθέσει κάποιος, έστω από νωθρότητα, τη διαχείριση των βασικών αξιών του σε ήσσονος νοημοσύνης ανθρώπους παραιτείται οριστικά από κάθε παραγωγή πολιτικής, πολιτισμού και ήθους.

Οι Νεοέλληνες υπέβαλαν αυτή την παραίτηση στη δεκαετία του 1980.  Άραγε ακριβώς επειδή είχαν μόλις  αποτινάξει το ζυγό που τους είχε φορέσει η συμμορία του Παπαδόπουλου;  Ποιος ξέρει;  Το γεγονός είναι πάντως πως τότε ανέθεσαν τη  μεταρρύθμιση της κοινωνίας τους, σε ένα δημαγωγό που – ιδιωτικά, βέβαια – Ουγκαντέζους τους ανέβαζε και Ουγκαντέζους τους κατέβαζε.

Ένας τέτοιος ηγέτης ήταν φυσικό να περιβληθεί από ανέμελους μποέμ με σκισμένες σαγιονάρες.  Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, πληρούσαν τη βασική προϋπόθεση για να γίνουν ακόλουθοί του – όφειλαν την ύπαρξή τους σε εκείνον.  Μέσα σε οχτώ χρόνια, ο δημαγωγός τους έκανε νοικοκύρηδες.

Άραγε για να βαρύνει κάπως το έργο ή για ακόμα περισσότερο χαβαλέ (ποιος ξέρει;), ο ηγέτης πρόσθεσε στο θίασό του και κάτι άλλα αστέρια που την επταετία την έβγαλαν με τράκα στα παρισινά καφενεία και τις γερμανικές μπιραρίες;

Όποιος πίστεψε αληθινά και πάλεψε πραγματικά για την κοινωνική αλλαγή στην Ελλάδα είτε περιθωριοποιήθηκε είτε διαπομπεύτηκε από τον ίδιο τον εφευρέτη της, είτε έφυγε απηυδισμένος.  (Εξαιρείται,  βέβαια, ο Κωνσταντόπουλος.)

Μετά τη χούντα, αντί να ενηλικιωθούμε, ξεμωραθήκαμε πέρα από κάθε όριο.   Παραγίναμε ξαφνικά ελεύθεροι χωρίς την απαραίτητη μορφωτική υποδομή και δεν ξέραμε πώς να χειριστούμε την κατάσταση.  Επειδή ο ηγέτης μας είχε αφήσει να εννοηθεί πως, τώρα που αυτός μας κυβερνά, δεν πρόκειται να πάθουμε κανένα κακό, γίναμε επιρρεπείς σε παντός τύπου ανομίες – από την οδήγηση κάτω από την επίρροια του αλκοόλ μέχρι καταπάτηση δασικών εκτάσεων και τις μίζες.  Ήταν η εποχή που ενστερνιστήκαμε, εξάλλου, τη λούφα, την τσαμπαμαγκιά, το τσιφτετέλι και τον πρωτόγονο καταναλωτισμό ως πλέον εκλεπτυσμένη έκφραση της ελληνικότητάς μας.

Η εδραίωση της φαιδρότητας και της απατεωνιάς ως θεμελιακών αξιών του πολιτικού μας συστήματος δεν μπορούσε παρά να καθιερώσει τους πλέον φαιδρούς ανάμεσά μας ως αποκλειστικούς διαμορφωτές της γνώμης μας και δημιουργούς του συνόλου των αξιών του νεοελληνικού πολιτισμού.

Στη δεκαετία του 1980 οριστικοποιήθηκε η κατάντια του νεοελληνικού πολιτισμού σε εσωκομματική υπόθεση της Αριστεράς.

Μάταια θα αναζητήσει κανείς “καλλιτέχνη” ή “στοχαστή” που έκανε επιτυχημένη επαγγελματική σταδιοδρομία στην Ελλάδα μετά τη χούντα, που να μην έχει περάσει από την ΚΝΕ ή το Ρήγα, ως μέλος ή στέλεχος ή έστω για να κάνει τους τεμενάδες που απαιτούνται για την έκδοση του πιστοποιητικού αριστερών φρονημάτων.  Εξαίρεση δεν αποτέλεσαν ούτε οι κολλητοί της υποργού πολιτισμού της επίμαχης δεκαετίας.  Κάθε άλλο μάλιστα.

Έτσι, στη δεκαετία του 1980, μια οργανωτικά διαλυμένη Αριστερά διαμόρφωσε, χωρίς αντίλογο, τον νεοελληνικό πολιτισμό.

Τα κριτήριά της και οι μέθοδοι με τις οποίες τα επέβαλε ήταν, βέβαια, αμιγώς ζντανοβικά, πήρως υποταγμένα σε έναν τελικό σκοπό: την ανασυγκρότηση του κόμματος  και την διεύρυνση της επιρροής του στην κοινωνία.  Προς όφελος, φυσικά, των κομματικών ταμείων (τα οποία, ως κύριο γνώρισμα, έχουν, ακόμα και σήμερα, την πλήρη αδιαφάνεια).  Άλλα “κριτήρια” και άλλους στόχους, μια αυθεντική Αριστερά δε θα μπορούσε, άλλωστε, να διανοηθεί.

Η σημαντικότερη επίπτωση της αμείλικτης λογοκρισίας την οποία, από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης ως και σήμερα, ασκεί η Αριστερά σε οτιδήποτε και σε οποιονδήποτε δεν αναπαράγει τα μυθεύματά της, είναι ο πληθωρισμός συγγραφέων, ποιητών, ζωγράφων, σκηνοθετών, ηθοποιών, κριτκών τέχνης, μουσικών, ακαδημαϊκών και, φυσικά, δημοσιογράφων με μοναδικό προσόν την “αριστερή ταυτότητά” τους.

Το ότι ο ελληνικός πολιτισμός, παρ’ όλα αυτά, δεν έχασε τελείως την υπόληψή του οφείλεται αποκλειστικά στους Έλληνες δημιουργούς και στοχαστές που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο εξωτερικό, ξεφεύγοντας έτσι από το χέρι του κομματικού λογοκριτή.

Read Full Post »

 

Read Full Post »